Λαπαροσκόπηση

Η λαπαροσκόπηση είναι μια σύγχρονη, ελάχιστα επεμβατική χειρουργική τεχνική στη γυναικολογία, που χρησιμοποιείται τόσο για διάγνωση όσο και για θεραπεία παθήσεων της πυέλου. Γίνεται με γενική αναισθησία και επιτρέπει την άμεση επισκόπηση της περιτοναϊκής κοιλότητας και των έσω γεννητικών οργάνων χωρίς μεγάλες τομές, όπως στο ανοιχτό χειρουργείο.

Η επέμβαση πραγματοποιείται μέσω 2–4 πολύ μικρών τομών (συνήθως 0,5–1 εκ.), με βασική είσοδο κοντά στον ομφαλό. Η κοιλιά διατείνεται με διοξείδιο του άνθρακα ώστε να δημιουργηθεί χώρος και καλύτερη ορατότητα. Ένα λεπτό λαπαροσκόπιο μεταφέρει μεγεθυμένη εικόνα σε οθόνη, ενώ από τις υπόλοιπες μικρές τομές εισάγονται ειδικά εργαλεία ακριβείας. Σε αρκετές περιπτώσεις η λαπαροσκόπηση μπορεί να ξεκινήσει ως διαγνωστική και, αν βρεθεί το αίτιο, να μετατραπεί άμεσα σε θεραπευτική χωρίς δεύτερη επέμβαση.

Ενδείξεις περιλαμβάνουν τη διερεύνηση οξέος ή χρόνιου πυελικού άλγους και υπογονιμότητας, καθώς και τη διάγνωση και αντιμετώπιση ενδομητρίωσης, εξωμήτριας κύησης, κύστεων ωοθήκης, συμφύσεων, ινομυωμάτων και συστροφής εξαρτημάτων. Επίσης χρησιμοποιείται για επεμβάσεις όπως σαλπιγγεκτομή/εξαρτηματεκτομή, υστερεκτομή, χειρουργική στήριξη πυελικών οργάνων σε επιλεγμένες περιπτώσεις πρόπτωσης, καθώς και σε επιλεγμένα ογκολογικά περιστατικά από εξειδικευμένη ομάδα. Σε γυναίκες που πρόκειται να υποβληθούν σε εξωσωματική γονιμοποίηση, μπορεί να βοηθήσει όταν χρειάζεται αποκατάσταση παθολογιών που επηρεάζουν τη γονιμότητα (π.χ. υδροσάλπιγγες, ενδομητρίωση), με στόχο καλύτερες προϋποθέσεις για κύηση.

Σε σύγκριση με τη λαπαροτομία, η λαπαροσκόπηση συνδέεται συνήθως με λιγότερο μετεγχειρητικό πόνο, μικρότερη απώλεια αίματος, μειωμένο κίνδυνο λοίμωξης τραύματος και συμφύσεων, καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα και ταχύτερη επάνοδο στις καθημερινές δραστηριότητες. Η νοσηλεία είναι συχνά σύντομη (ίδια ημέρα ή ένα βράδυ, ανάλογα με το είδος της επέμβασης).

Μετά το χειρουργείο είναι συνηθισμένο να υπάρχει ήπιο άλγος στα σημεία των τομών και φούσκωμα. Ενοχλητικός πόνος στον ώμο ή στην πλάτη μπορεί να εμφανιστεί τις πρώτες 1–2 ημέρες λόγω υπολειπόμενου αερίου και συνήθως υποχωρεί με κινητοποίηση και απλά αναλγητικά. Όπως σε κάθε χειρουργική πράξη, υπάρχουν σπάνιες αλλά σημαντικές επιπλοκές, όπως αιμορραγία, λοίμωξη ή τραυματισμός εντέρου/ουροδόχου κύστης/ουρητήρων, με τον κίνδυνο να αυξάνεται όσο πιο σύνθετη είναι η επέμβαση ή όταν υπάρχουν έντονες συμφύσεις. Σε συμπτώματα όπως πυρετός, έντονος ή επιδεινούμενος πόνος, δύσπνοια, επίμονη ναυτία ή εμέτους ή σημαντική διάταση κοιλιάς, χρειάζεται άμεση επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό.