Τι είναι η ενδομήτρια θεραπεία με laser σε μονοχοριακές κυήσεις;
Η ενδομήτρια θεραπεία με laser σε μονοχοριακές κυήσεις είναι μία εξειδικευμένη και υψηλής τεχνικής δυσκολίας ενδομήτρια επέμβαση, η οποία πραγματοποιείται με τη μέθοδο της εμβρυοσκόπησης. H eνδομήτρια θεραπεία με laser σε μονοχοριακές κυήσεις στοχεύει στην καυτηρίαση και οριστική διακοπή των παθολογικών αγγειακών αναστομώσεων που αναπτύσσονται στον κοινό πλακούντα των μονοχοριακών διδύμων. Οι αναστομώσεις αυτές ευθύνονται για σοβαρές διαταραχές της αιμοδυναμικής ισορροπίας μεταξύ των εμβρύων και συνδέονται με αυξημένη εμβρυϊκή και νεογνική νοσηρότητα και θνησιμότητα. Με την εφαρμογή της θεραπείας με laser επιδιώκεται η αποκατάσταση της ανεξάρτητης κυκλοφορίας κάθε εμβρύου, η σταθεροποίηση της ενδομήτριας κατάστασής τους και η συνολική βελτίωση της πρόγνωσης των εμβρύων και της συνολικής έκβασης της κύησης.
Πότε ενδείκνυται ενδομήτρια θεραπεία με laser σε μονοχοριακές κυήσεις;
Οι κύριες ενδείξεις για ενδομήτρια θεραπεία με laser σε μονοχοριακές κυήσεις είναι το σύνδρομο εμβρυο-εμβρυϊκής μετάγγισης (TTTS) στα στάδια Quintero Ι (υπό προϋποθέσεις) και IΙ–IV, και η ακολουθία αναιμίας-πολυκυτταραιμίας διδύμων (TAPS) στα στάδια II–IV, όταν διαγιγνώσκονται μεταξύ 16ης και 28ης εβδομάδας κύησης. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί επίσης να εξεταστεί η εφαρμογή laser σε σοβαρή εκλεκτική καθυστέρηση εμβρυϊκής ανάπτυξης (sFGR) με αιμοδυναμική αστάθεια.
Ποιος είναι ο στόχος της ενδομήτριας θεραπείας με laser σε μονοχοριακές κυήσεις;
Στόχος της ενδομήτριας θεραπείας με laser σε μονοχοριακές κυήσεις είναι η διακοπή των παθολογικών αγγειακών αναστομώσεων του κοινού πλακούντα, με σκοπό τη σημαντική μείωση του κινδύνου ενδομήτριου θανάτου ενός ή και των δύο εμβρύων, ο οποίος χωρίς θεραπεία υπερβαίνει το 80%. Επιπροσθέτως, μειώνει τον κίνδυνο πολύ πρόωρου τοκετού, που επίσης προσεγγίζει το 80%, και τον επακόλουθο νεογνικό θάνατο ή τη σοβαρή νεογνική νοσηρότητα. Παράλληλα, η θεραπεία με laser μειώνει τον κίνδυνο ενδομήτριου θανάτου του επιζώντος διδύμου (περίπου 50%) ή σοβαρής εγκεφαλικής βλάβης (περίπου 25%) σε περίπτωση απώλειας του ενός εμβρύου, βελτιώνοντας ουσιαστικά τη συνολική έκβαση της κύησης.
Πώς γίνεται η ενδομήτρια θεραπεία με laser σε μονοχοριακές κυήσεις;
Η ενδομήτρια θεραπεία με laser πραγματοποιείται με εμβρυοσκόπηση, υπό συνεχή υπερηχογραφική καθοδήγηση και υπό τοπική αναισθησία. Μέσω μιας μικρής τομής στην κοιλιά της εγκύου εισάγεται λεπτό ενδοσκόπιο στην αμνιακή κοιλότητα του διδύμου-λήπτη (recipient), επιτρέποντας την άμεση απεικόνιση της επιφάνειας του πλακούντα. Στη συνέχεια εντοπίζονται και καυτηριάζονται με laser οι παθολογικές αγγειακές αναστομώσεις που συνδέουν τα δύο έμβρυα, διακόπτοντας την ανώμαλη ροή αίματος μεταξύ τους. Σε πολλές περιπτώσεις εφαρμόζεται η τεχνική Solomon, κατά την οποία γίνεται συνεχής γραμμική καυτηρίαση μεταξύ των αγγειακών περιοχών των δύο εμβρύων, μειώνοντας τον κίνδυνο υποτροπής TTTS ή εμφάνισης TAPS. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με παροχέτευσης και ρύθμιση της ποσότητας του αμνιακού υγρού και παρακολούθηση της εμβρυϊκής καρδιακής λειτουργίας.
Πόσες μέρες νοσηλείας απαιτούνται μετά την επέμβαση;
Μετά την επέμβαση η ασθενής νοσηλεύεται για 24-72 ώρες για παρακολούθηση της μητέρας και των εμβρύων. Κατά τη νοσηλεία ελέγχεται η καρδιακή λειτουργία και τα Doppler των εμβρύων, η ποσότητα του αμνιακού υγρού, καθώς και τυχόν συμπτώματα της μητέρας. Σε περίπτωση επιπλοκών ή ιδιαίτερων κλινικών ευρημάτων, η νοσηλεία μπορεί να παραταθεί, ανάλογα με την ιατρική εκτίμηση.
Ποιες είναι οι πιθανές επιπλοκές?
Οι επιπλοκές της εμβρυοσκοπικής θεραπείας με laser σε μονοχοριακές κυήσεις περιλαμβάνουν πρώιμη πρόωρη ρήξη υμένων (PPROM) σε ποσοστό περίπου 25% και πρόωρο τοκετό, με μέση ηλικία τοκετού τις 32–34 εβδομάδες. Ο ενδομήτριος θάνατος ενός εμβρύου παρατηρείται στο 10–35% για τον δότη και στο 7–25% για τον λήπτη, ενώ η απώλεια και των δύο εμβρύων κυμαίνεται στο 10–20%, με απώλεια σχετιζόμενη με τη διαδικασία στο 10–30%. Νευρολογικές επιπλοκές περιλαμβάνουν βραχυπρόθεσμη εγκεφαλική βλάβη σε 2–8% και μακροπρόθεσμη νευροαναπτυξιακή διαταραχή σε 3–14% των επιζώντων, ενώ καρδιαγγειακές επιπλοκές εμφανίζονται περίπου στο 8%. Μετεγχειρητικά μπορεί να παρουσιαστεί υποτροπή TTTS (~14%) ή TAPS (~13%), με την τεχνική Solomon να μειώνει σημαντικά την υποτροπή του TTTS στο 1% και την εμφάνιση TAPS στο 3%. Οι μητρικές επιπλοκές είναι σπάνιες (<1–2%) και περιλαμβάνουν αιμορραγία, λοίμωξη ή διαρροή αμνιακού υγρού.