Η ενδομήτρια εμβρυϊκή μετάγγιση είναι μία εξειδικευμένη επεμβατική πράξη της εμβρυομητρικής ιατρικής, κατά την οποία χορηγούνται ερυθρά αιμοσφαίρια από κατάλληλο δότη απευθείας στην κυκλοφορία του εμβρύου. Η μέθοδος αυτή εφαρμόζεται με σκοπό τη διόρθωση της εμβρυϊκής αναιμίας και τη σταθεροποίηση της ενδομήτριας κατάστασης του εμβρύου, όταν η αναιμία είναι σοβαρή και απειλεί τη ζωή ή την ανάπτυξή του. Αποτελεί θεραπεία εκλογής σε περιπτώσεις όπου η συντηρητική παρακολούθηση δεν επαρκεί και έχει συμβάλει καθοριστικά στη βελτίωση της επιβίωσης και της πρόγνωσης των εμβρύων.
Πότε συστήνεται εμβρυϊκή μετάγγιση;
Η ενδομήτρια μετάγγιση μπορεί να συστηθεί όταν το έμβρυο παρουσιάζει αναιμία (χαμηλό αριθμό ερυθρών αιμοσφαιρίων). Η αρχική υποψία βασίζεται κυρίως σε υπερηχογραφικά ευρήματα και Doppler μελέτη της μέγιστης συστολικής ταχύτητας στη μέση εγκεφαλική αρτηρία. Η διάγνωση τίθεται μετά από άμεση μέτρηση αιματολογικών παραμέτρων με εμβρυϊκή αιμοληψία.
Η εμβρυϊκή αναιμία μπορεί να οφείλεται σε ασυμβατότητα Rh, όταν η μητέρα και το έμβρυο έχουν διαφορετική ομάδα αίματος και τα αντισώματα της μητέρας καταστρέφουν τα ερυθρά αιμοσφαίρια του εμβρύου. Άλλες αιτίες περιλάμβάνουν ιογενείς λοιμώξεις, όπως λοίμωξη από Parvovirus B19, καθώς και την ακολουθία αναιμίας-πολυκυτταραιμίας (TAPS) σε μονοχοριακά δίδυμα. Πιο σπάνια, ενδομήτρια μετάγγιση μπορεί να απαιτηθεί σε συγγενείς αιματολογικές διαταραχές ή μετά από οξεία εμβρυϊκή αιμορραγία.
Ποιος είναι ο στόχος της ενδομήτριας εμβρυϊκής μετάγγισης;
Κύριος στόχος της ενδομήτριας εμβρυϊκής μετάγγισης είναι η αποκατάσταση της επαρκούς οξυγόνωσης των ιστών του εμβρύου μέσω της αύξησης του αιματοκρίτη και της συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης. Με τον τρόπο αυτό προλαμβάνεται ή αντιμετωπίζεται η εμβρυϊκή καρδιακή ανεπάρκεια και ο ύδρωπας, καταστάσεις που συνδέονται με υψηλή ενδομήτρια θνησιμότητα. Παράλληλα, η έγκαιρη και αποτελεσματική διόρθωση της αναιμίας επιτρέπει την παράταση της κύησης, μειώνοντας την ανάγκη για πολύ πρόωρο τοκετό και βελτιώνοντας τις νεογνικές εκβάσεις. Η θεραπεία στοχεύει επίσης στη σταθεροποίηση του εμβρύου και στη δημιουργία συνθηκών για τοκετό σε πιο ώριμο στάδιο κύησης με ασφαλέστερες συνθήκες.
Πώς γίνεται η ενδομήτρια μετάγγιση;
Οι ενδομήτριες μεταγγίσεις αίματος πραγματοποιούνται με την έγκυο σε άνετη θέση στο εξεταστικό κρεβάτι, υπό τοπική αναισθησία. Υπό συνεχή υπερηχογραφική καθοδήγηση, εισάγεται μια μακριά και λεπτή βελόνα διαμέσου του κοιλιακού τοιχώματος στη μήτρα και στη συνέχεια στη φλέβα του ομφάλιου λώρου, κατά προτίμηση στο σημείο έκφυσης από τον πλακούντα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μετάγγιση μπορεί να γίνει ενδοπεριτοναϊκά, με έγχυση του αίματος στην κοιλιακή χώρα του εμβρύου, μέθοδος η οποία χρησιμοποιείται όταν η ενδοαγγειακή προσπέλαση δεν είναι εφικτή, χωρίς όμως να έχει την ίδια άμεση και προβλέψιμη αποτελεσματικότητα.
Μέσω της βελόνας χορηγούνται ερυθρά αιμοσφαίρια, ειδικά επεξεργασμένα και συμβατά με την ομάδα αίματος του εμβρύου. Σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, μπορεί να πραγματοποιηθεί γίνεται αντικατάσταση παθολογικού αίματος (αφαιμαξομετάγγιση). Ανάλογα με την κινητικότητα του εμβρύου, μπορεί πρώτα να πρέπει να χορηγηθεί ήπια φαρμακευτική καταστολή στο έμβρυο ώστε να περιοριστούν οι εμβρυϊκές κινήσεις και να αυξηθεί η ασφάλεια της διαδικασίας. Οι εμβρυϊκές μεταγγίσεις ενδέχεται να επαναληφθούν ανά μερικές εβδομάδες (2-4 εβδομάδες συνήθως), έως ότου το έμβρυο είναι έτοιμο να γεννηθεί.
Πόσες μέρες νοσηλείας απαιτούνται μετεγχειρητικά;
Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν απαιτείται παρατεταμένη νοσηλεία μετά την ενδομήτρια μετάγγιση. Η έγκυος παραμένει για λίγες ώρες υπό παρακολούθηση, με έλεγχο του καρδιακού ρυθμού του εμβρύου, των συσπάσεων της μήτρας και της γενικής κατάστασης της εγκύου. Μπορεί να χορηγηθούν προφυλακτικά αντιβιοτικά ή φάρμακα για την πρόληψη των συσπάσεων και του πρόωρου τοκετού, ανάλογα με την κλινική εκτίμηση.
Ποιες είναι οι πιθανές επιπλοκές των ενδομήτριων μεταγγίσεων;
Η πιθανότητα επιπλοκών είναι μικρή, όταν η εμβρυϊκή μετάγγιση πραγματοποιείται σε εξειδικευμένα κέντρα, ωστόσο πιθανές επιπλοκές μπορεί να συμβούν. Αυτές περιλαμβάνουν εμβρυϊκή δυσχέρεια και ανάγκη για επείγουσα καισαρική τομή, πρόωρο τοκετό, κοιλιακές κράμπες ή κολπική αιμορραγία και λοίμωξη. Σπάνια μπορεί να προκληθεί απώλεια της κύησης. Παρά τους κινδύνους, σε κατάλληλα επιλεγμένες περιπτώσεις, το όφελος της θεραπείας υπερτερεί σημαντικά, προσφέροντας στο έμβρυο ουσιαστική πιθανότητα επιβίωσης και καλής έκβασης.